ισορροπία


ισορροπία
[исорропиа] ουσ. Θ. равновесие.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ισορροπία" в других словарях:

  • ἰσορροπία — ἰσορροπίᾱ , ἰσορροπία equipoise fem nom/voc/acc dual ἰσορροπίᾱ , ἰσορροπία equipoise fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ισορροπία — Ένα οποιοδήποτε σύστημα (χημικής, φυσικής, ηλεκτρικής φύσης κλπ.) βρίσκεται σε ι. όταν η κατάστασή του δεν παρουσιάζει με την πάροδο του χρόνου καμία αυτόματη μεταβολή (δηλαδή, τα μεγέθη που προσδιορίζουν την κατάστασή του διατηρούνται χρονικά… …   Dictionary of Greek

  • ισορροπία — η 1. κατάσταση σώματος στο οποίο επενεργούν δύο αντίθετες δυνάμεις που η μια εξουδετερώνει την άλλη: Ασταθής ισορροπία. – Βρίσκομαι σε ισορροπία. 2. πολιτική ή οικονομική ή κοινωνική κατάσταση στην οποία δύο αντίθετες τάσεις εξουδετερώνουν η μία… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἰσορροπίᾳ — ἰσορροπίαι , ἰσορροπία equipoise fem nom/voc pl ἰσορροπίᾱͅ , ἰσορροπία equipoise fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αδιάφορη ισορροπία — Ισορροπία που παραμένει ανεξάρτητα από τη νέα θέση ενός σώματος σε σχέση με το σημείο στήριξής του ή τον άξονα αιώρησής του, π.χ. μία σφαίρα πάνω σε ένα επίπεδο. Τα σώματα που βρίσκονται σε κατάσταση α.ι. έχουν το κέντρο βάρους τους πάνω στον… …   Dictionary of Greek

  • θερμοδυναμική ισορροπία — Μία κατάσταση σε ένα σύστημα όπου σε κάθε σημείο αυτού, τα μακροσκοπικά μεγέθη πίεσης, θερμοκρασίας και πυκνότητας έχουν όλα την ίδια χρονικά αμετάβλητη τιμή (η θερμοκρασία τότε είναι ίδια σε όλα τα μέρη του συστήματος, με οποιαδήποτε μέθοδο και… …   Dictionary of Greek

  • ισοστασία ή ισοστατική ισορροπία — Οι συνθήκες ισορροπίας των διαφόρων τεμαχίων του φλοιού της Γης και το σύνολο των παραγόντων που την προκαλούν. Σύμφωνα με τη θεωρία του Πρατ –την οποία υιοθέτησε, τροποποιώντας την σε ορισμένα σημεία, ο Άγγλος αστρονόμος Έιρι το 1885 (αργότερα… …   Dictionary of Greek

  • οξεοβασική ισορροπία — (Βιολ.). Η αντίδραση του φυσιολογικού αίματος (πλάσματος) είναι ελαφρά αλκαλική (pH7, 4 + 0,05). Η ζωή του ανθρώπου είναι ασυμβίβαστη με pH κάτω από 6,8 και πάνω από 7,8, γι’ αυτό και ο οργανισμός έχει μηχανισμούς ώστε να πετυχαίνει να διατηρεί… …   Dictionary of Greek

  • ἰσορροπίας — ἰσορροπίᾱς , ἰσορροπία equipoise fem acc pl ἰσορροπίᾱς , ἰσορροπία equipoise fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰσορροπίαν — ἰσορροπίᾱν , ἰσορροπία equipoise fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)